Ακολουθήστε μας στο facebook Ακολουθήστε μας στο twitter
 

Χοληστερίνη

Η χοληστερίνη ή χοληστερόλη είναι κηρώδης στερόλη που βρίσκεται στη μεμβράνη των κυττάρων όλων των ιστών του σώματος, και στο πλάσμα του αίματος όλων των ζώων. Μικρότερες ποσότητες χοληστερίνης απαντώνται και στις μεμβράνες των φυτών.

Η χοληστερόλη μαζί με τα τρυγλυκερίδια χρησιμεύει στα κυτταρικές μεμβράνες κάνοντας τη μεμβράνη ρευστή, άρα και λειτουργική. Επιπλέον, οι διαμοριακές δυνάμεις που αναπτύσσονται μεταξύ των μορίων της χοληστερόλης και του νερού που βρίσκεται εκτός και εντός κυττάρου συμβάλλει στη ρευστή αλλά αδιάσπαστη δομή της μεμβράνης. Επιπλέον, παίζει κεντρικό ρόλο σε πολλές βιοχημικές διαδικασίες ως πρώτη ύλη, όπως στην παρασκευή της προβιταμίνης D και την ανπάπτυξη νευρικών κυττάρων.

Η χοληστερίνη δεσμεύεται με πρωτεϊνές στις λιποπρωτεΐνες, ώστε να είναι τα μόρια της να χρησιμοποιούνται στον οργανισμό για τη μεταφορά λίπους σε όλο το σώμα. Υπάρχουν δύο είδη χοληστερόλης η χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη LDL και η υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη HDL. Η πρώτη μεταφέρει ουσίες από το συκώτι και η άλλη το αντίστροφο. Η μεταφορά αυτή γίνεται σε αδιάλυτα αφρώδη κομμάτια, γιατί οι λιποπρωτεΐνες που προκύπτου όπως και η ίδια η χοληστερόλη είναι αδιάλυτες στο αίμα. Αυτά τα κομμάτια πολύ εύκολα μεγαλώνουν και προσκολώνται στα τοιχώματα των αγγείων. Η κατάσταση εξισορροπείται από τη HDL χοληστερόλη η οποία συλλέγει τα κομμάτια που κόλησαν από την LDL χοληστερόλη, άρα η αναλογία HDL και LDL επηρεάζει την υγιεία.

Το μεγαλύτερο ποσοστό χοληστερίνης στον ανθρώπινο οργανισμό δεν προσλαμβάνεται με την τροφή αλλα συντίθεται στο συκώτι. Ωστόσο, υπάρχουν άνθρωποι των οποίων η περιεκτικότητα σε χοληστερόλη έχει τάσεις αύξησης είται επειδή παράγουν περισσότερη χοληστερόλης ίσως για κληρονομικούς λόγους, είται επειδή απορροφούν τη χοληστερόλη σε ορισμένα τρόφιμα. Γενικά, η περιεκτικότητα του αίματος ενός οργανισμού σε χοληστερίνη μεγαλώνει με τα λίπη που τρώει, και κυρίως τα κορεσμένα, ενώ τα ακόρεστα μπορεί να τη μειώσουν τη χοληστερόλη LDL. Επεπλέον, τα τρανς λίπη δε μειώνουν την LDL χοληστερόλη, ενώ μειώνουν τη HDL και αυξάνουν τα τρυγλικερίδια του πλάσματος.

Βρώσιμες πηγές χοληστερόλης είναι κυρίως ζωικής προέλευσης, αν και υπάρχουν ουσίες που μοιάζουν με τη χοληστερόλη και στα φυτά. Η χοληστερόλη ως λιπίδιο δε διαλύεται στο αίμα, ώστε να εισέρχεται και να κυκλοφορεί σε αυτό σε αδιάλυτα κομμάτια.

Η χοληστερίνη βρίσκεται σε μεγαλύτερη συγκέντρωση σε ιστούς που είτε την παράγουν είτε έχουν πυκνές μεμβράνες, για παράδειγμα στο συκώτι, τη σπονδυλική στήλη και τον εγκέφαλο, όπως επίσης και στα αθηρώματα. Χρησιμοποιείται κυρίως σε ζωικούς οργανισμούς και όχι σε φυτικούς, ενώ η ποσότητά της και οι μετατροπές της σε άλλες ουσίες ρυθμίζεται από το συκώτι.

Η χοληστερόλη συνδέεται με τον τρόπο ζωής και την ποσότητα του λοίπους που υπάρχει στο σώμα.

Μια θρομβωτική ουσία είχε γίνει διαισθητικά αντιληπτή από το Λεονάρντο ντα Βίνσι, ο οποίος ανακάλυψε ότι υπάρχει μια ουσία που κολάει στα αγγεία στους ηλικιωμένους. Επιπλεόν υπέθεσε ότι αυτή είναι μια πιθανή συχνή αιτία θανάτου. Η χοληστερίνη εντοπίστηκε για πρώτη φορά σε πέτρες της χολής το 1784.

Η σχέση της με τα καρδιαγγειακά νοσήματα ανακαλύφθηκε στις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Τότε θεωρήθηκε σωστό η περιεκτικότητα σε χοληστερόλη να είναι μικρότερη από μία συγκεκριμένη τιμή. Έτσι, είναι πλέον περισσότερο γνωστή για τη σχέση που υπάρχει μεταξύ των καρδιοαγγειακών ασθενειών και τη μεταφορά της από τις λιποπρωτεΐνες και τα υψηλά επίπεδα χοληστερίνης στο αίμα. Συνδέθηκε με την παχυσαρκία και το αυξημένο βάρος και λαμβάνεται υπόψιν στις δίαιτες.

Αυτό προκάλεσε τις ανησυχίες και το ενδιαφέρον πολλών ανθρώπων κυρίως στις δυτικές κοινωνίες, κάτι που ισχύει μέχρι και σήμερα. Η διαφορά με το παρελθόν είναι ότι πλέον υπάρχει διάκριση σε χοληστερόλη HDL και χοληστερόλη LDL. Οι ανησυχίες αυτές αφορούν τη λεγόμενη κακή χοληστερίνη, δηλαδή τη χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη LDL. Η καλή χοληστερίνη έχει να κάνει με την υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη HDL και είναι ευεργετική για τον οργανισμό. Ο χαρακτηρισμός δηλαδή εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο η χοληστερίνη δεσμεύεται στις λιποπρωτεΐνες. Για τη μέτρηση του ποσοστού χρησιμοποιείται ο αθηρωματικός δείκτης.

Η χοληστερίνη, όταν υπάρχει στο αίμα σε υπερβολικές τιμές (υπερχοληστερολαιμία) αποτελεί έναν από τους κύριους παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση καρδιαγγειακών ασθενειών, που μπορεί να οδηγήσουν σε καρδιακό ή εγκεφαλικό επεισόδιο, δύο από τις κύριες αιτίες θανάτου στην Ευρώπη. Σε μερικές περιπτώσεις η LDL χοληστερόλη εναποθετίθεται στα τοιχώματα των αρτηριών και να προκαλέσει αθηρωμάτωση, δηλαδή στένεμα των τοιχώματων των αρτηριών, και ίσως θρόμβωση. Πιθανή συνέπεια η εμφάνιση στεφανιαίας νόσου που οδηγεί σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακά προβλήματα σε άλλα μέρη του σώματος.