Κανέλα (λατ. Cinnamomum Verum) ονομάζεται το μπαχαρικό, αλλά και το φυτό Cinnamomum verum ή αλλιώς Cinnamomum zeylanicum από τη φλούδα του οποίου παράγεται.
Το σημερινό όνομα της κανέλας στα ελληνικά προέρχεται από το γαλλικό όρο cannelle. Η αρχαία ελληνική λέξη για την κανέλα ήταν κιννάμωμον (φοινικικής προέλευσης) από το οποίο προέρχεται η λέξη cinnamon στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες. Η κανέλα είναι αυτοφυής στην Κεϋλάνη, από όπου προέρχεται και το βοτανολογικό της όνομα zeylanicum.
Το μπαχαρικό, στην μορφή του έτοιμη προς κατανάλωση έχει καστανοκόκκινο χρώμα, είτε σε μορφή σκόνης είτε σε μορφή φλούδας και έντονο άρωμα. Η γεύση της οφείλεται στο αιθέριο έλαιο που αποτελεί το 0.5% με 1% της σύνθεσής του. Το αιθέριο έλαιο της Κανέλας προετοιμάζεται με ελαφρύ χτύπημα του φλοιού, τον εμποτισμό του σε νερό της θάλασσας, και κατόπιν τη γρήγορη απόσταξη του συνόλου. Είναι ένα έλαιο χρυσοκίτρινου χρώματος, με τη χαρακτηριστική μυρωδιά της κανέλας και καυτή αρωματική γεύση.
Στην ιατρική ενεργεί όπως άλλα πτητικά έλαια ενώ κάποτε αποτελούσε θεραπεία για το κρυολόγημα. Έχει χρησιμοποιηθεί επίσης για την καταπολέμηση της διάρροιας και για άλλα προβλήματα του πεπτικού συστήματος. Η κανέλα έχει υψηλή αντιοξειδωτική δράση. Το αιθέριο έλαιο της κανέλας έχει επίσης αντιμικροβιακές ιδιότητες, οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν στη συντήρηση ορισμένων τροφίμων. Έχει αναφερθεί ότι έχει αξιοσημείωτα φαρμακολογικά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση του διαβήτη τύπου 2 και στην αντίσταση της ινσουλίνης. Ο φυτικός ιστός που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη αυτή προερχόταν από την κινεζική κανέλα. Η πρόσφατη πρόοδος της φυτοχημείας έχει δείξει ότι είναι η cinnamtannin B1 που απομονώνεται από την Cinnamon Verum που έχει θεραπευτική επίδραση στον διαβήτη τύπου 2. Η κανέλα έχει χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά για την αντιμετώπιση του πονόδοντου και της κακής αναπνοής και η συχνή χρήση της θεωρείται ότι ενισχύει το πεπτικό σύστημα και προστατεύει από το κρυολόγημα.