Ακολουθήστε μας στο facebook Ακολουθήστε μας στο twitter
 

Ομοιοπαθητική

Η Ομοιοπαθητική, από τις λέξεις όμοιον και πάθος, είναι μια μέθοδος εναλλακτικής ιατρικής που βασίζεται στην αρχή των ομοίων και τον κανόνα της απειροελάχιστης δόσης, έχοντας ως κεντρικό αξίωμα πως «τα όμοια θεραπεύονται με τα όμοια» (similia similibus curantur). Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Ομοιοπαθητική (European Committee for Homeopathy), που αποτελείται από εκπροσώπους οργανώσεων ομοιοπαθητικών γιατρών, ορίζεται ως «ένα σύστημα πρακτικής ιατρικής, με σκοπό τη μεθοδολογική βελτίωση της υγείας ενός οργανισμού, μέσω της χορήγησης φαρμακολογικά δοκιμασμένων και κατάλληλα επεξεργασμένων ουσιών που επιλέγονται ανά περίπτωση, σύμφωνα με το νόμο των ομοίων». To Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κλασικής Ομοιοπαθητικής ορίζει την ομοιοπαθητική ως «θεραπευτική τέχνη και ιατρική επιστήμη». Οι βασικές αρχές της ομοιoπαθητικής προτάθηκαν για πρώτη φορά το 1796, από τον Γερμανό γιατρό Σάμουελ Χάνεμαν (1755-1843) και η πρώτη χρήση του όρου ομοιοπαθητική, από τον ίδιο, χρονολογείται το 1807. O όρος αποδίδεται επίσης στον Ιπποκράτη.

Κατά τις αρχές του 19ου αιώνα, η ομοιοπαθητική αντιμετωπίστηκε ως ένα εναλλακτικό και συχνά προτιμότερο θεραπευτικό σύστημα, σε σύγκριση με άλλες επίπονες και επικίνδυνες ιατρικές πρακτικές που εφαρμόζονταν, ωστόσο από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά από σημαντικές ανακαλύψεις που σημειώθηκαν στον τομέα της ιατρικής, έχει υποστεί έντονη κριτική και αμφισβήτηση, χαρακτηριζόμενη ενίοτε από τους επικριτές της ως ψευδοεπιστήμη. Υποστηρίζεται πως βασικές αρχές της δεν μπορούν να επαληθευτούν στα πλαίσια της επιστημονικής μεθοδολογίας, ενώ ορισμένες από τις υποθέσεις της παραβιάζουν γνωστούς φυσικούς νόμους. Οι επικριτές της ομοιοπαθητικής υποστηρίζουν πως τα αποτελέσματά της δεν διαφοροποιούνται από τη γνωστή επίδραση των εικονικών φαρμάκων (placebo) ενώ πολυάριθμες συστηματικές ανασκοπήσεις κλινικών δοκιμών της έχουν πραγματοποιηθεί, συχνά με αντικρουόμενα αποτελέσματα, χωρίς να επιβεβαιώνεται με οριστικό τρόπο πως αποτελεί αποτελεσματική θεραπεία για κάποια ιατρική πάθηση. Ο Χάνεμαν έθεσε τα θεμέλια της ομοιοπαθητικής, υποστηρίζοντας πως όλες οι ασθένειες αντιμετωπίζονταν αποτελεσματικότερα εφόσον οι ασθενείς έκαναν χρήση φαρμάκων που προκαλούσαν όμοια συμπτώματα με αυτά των ασθενειών, όταν χορηγούνταν σε υγιείς οργανισμούς. Αργότερα, διατύπωσε την «αρχή της απειροελάχιστης δόσης», θεωρώντας πως η μείωση της συγκέντρωσης ενός φαρμάκου δεν προκαλεί ανάλογη εξασθένιση της επίδρασής του, εφόσον κατά την σταδιακή αραίωση του «δυναμοποιείται» μέσα από μία διαδικασία σταδιακής αραίωσης και βίαιης δόνησης του διαλύματος. Οι βασικές αρχές της ομοιοπαθητικής, όπως διατυπώθηκαν από τον Χάνεμαν, αναφέρονται συχνά ως «Κλασική Ομοιοπαθητική», στα πλαίσια της οποίας ο ασθενής λαμβάνει ένα μόνο φάρμακο, και δίδεται ικανός χρόνος στον οργανισμό του ασθενούς να ανταποκριθεί. Υπό τον όρο ομοιοπαθητική συμπεριλαμβάνονται και άλλοι τρόποι εφαρμογής των ομοιοπαθητικών φαρμάκων, όπως για παράδειγμα η Ισοπαθητική, η Πλουραλιστική ομοιοπαθητική, η Πολυφαρμακία, κ.α.

Η ομοιοπαθητική παραμένει δημοφιλής σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και στην Ινδία, ενώ λιγότεροι είναι οι υποστηρικτές της στις ΗΠΑ. Στη Γαλλία, στην Ολλανδία και στο Βέλγιο, καταγράφονται τα υψηλότερα ποσοστά του πληθυσμού που χρησιμοποιεί συμπληρωματικά την ομοιοπαθητική. Το 1997, το 29% του πληθυσμού της Ευρώπης χρησιμοποιούσε ομοιοπαθητικές θεραπείες, ενώ τα ομοιοπαθητικά φάρμακα κάλυπταν περίπου το 1% των πωλήσεων της Ευρωπαϊκής φαρμακοβιομηχανίας. Xώρες της κεντρικής και βόρειας Αμερικής, της Ασίας και της Ευρώπης έχουν αναγνωρίσει επίσημα την ομοιοπαθητική, ως σύστημα υγείας ή διακριτή ειδικότητα της ιατρικής. Ορισμένες από αυτές έχουν ενσωματώσει πλήρως την ομοιοπαθητική στο εθνικό σύστημα υγείας τους (κυρίως η Βραζιλία, η Ινδία, το Μεξικό, το Πακιστάν, η Σρι Λάνκα και το Ηνωμένο Βασίλειο), ενώ σε αρκετές χώρες ισχύουν νομικοί περιορισμοί, επιτρέποντας την πρακτική εφαρμογή της μόνο από αλλοπαθητικούς γιατρούς.

Ιστορία

Η ομοιοπαθητική αναπτύχθηκε ως μία εναλλακτική θεραπευτική πρακτική έναντι των συχνά επικίνδυνων εφαρμογών της Ιατρικής της εποχής, οι οποίες στηρίζονταν ακόμα στις ιδέες του Ιπποκράτη περί των τεσσάρων χυμών (αίμα, φλέγμα, κίτρινη και μαύρη χολή) που ρυθμίζουν την ανθρώπινη υγεία. Οι πρακτικές της κλασικής ιατρικής, περίπου μέχρι το 19ο αιώνα, επεδίωκαν την εξισορρόπηση των τεσσάρων χυμών, με μεθόδους που προκαλούσαν για παράδειγμα αιμορραγία, διάρροια ή εμετούς του ασθενούς για την αποβολή του θεμελιώδους υγρού που βρισκόταν εκτός ισορροπίας. Η ομοιοπαθητική επινοήθηκε από τον Γερμανό γιατρό Σάμουελ Χάνεμαν (Samuel Hahnemann) στα τέλη του 18ου αιώνα. Οι απαρχές της χρονολογούνται περίπου το 1790, σε μία περίοδο κατά την οποία ο Χάνεμαν ανέλαβε τη μετάφραση της Materia medica του William Cullen. Διαφωνώντας με την περιγραφή των θεραπευτικών ιδιοτήτων της κινίνης, όπως παρουσιάζονταν στο έργο του Cullen, επιχείρησε να την επαληθεύσει χορηγώντας την ουσία στον εαυτό του. Παρατήρησε πως τα συμπτώματα που προκαλούσε σε υγιείς οργανισμούς, ήταν όμοια με τις διαταραχές για τις οποίες χορηγούνταν ως θεραπεία, καταλήγοντας στην «αρχή των ομοίων», σύμφωνα με την οποία τα όμοια θεραπεύονται με όμοια (similia similibus curantur). Μαζί με άλλους γιατρούς που ασπάζονταν τις απόψεις του, ο Χάνεμαν προχώρησε σε μία συστηματική καταγραφή των επιδράσεων διαφορετικών ουσιών σε υγιείς οργανισμούς, προκειμένου να είναι σε θέση να καθορίσει το φάρμακο που χρειαζόταν να χορηγηθεί ανά περίπτωση. H πρώτη δημοσίευση πάνω στην αρχή των ομοίων καταγράφεται το 1796 στα πλαίσια μίας — κυρίως θεωρητικής — πραγματείας του Χάνεμαν. Η πρώτη ολοκληρωμένη δημοσίευση των θεωριών του, υπήρξε το σύγγραμμα με τίτλο Όργανο της ορθολογικής θεραπευτικής τέχνης (Organon der rationellen Heikunst, 1810), στο οποίο περιέχονται 294 αφορισμοί μέσα από τους οποίους ανέπτυξε βασικές αρχές του συστήματος της ομοιοπαθητικής. Τον επόμενο χρόνο δημοσίευσε το σύγγραμμα Καθαρή ιατρική ύλη (Materia Medica Pura), στο οποίο περιέλαβε όλες τις ουσίες που ο ίδιος και οι οπαδοί του είχαν επαληθεύσει στον εαυτό τους ή σε άλλους.

Τα επόμενα χρόνια, ο Χάνεμαν εξέλιξε τη θεωρία του εισάγοντας την ιδέα πως χρησιμοποιώντας τις φαρμακευτικές ουσίες σε πολύ μικρές έως απειροελάχιστες δόσεις, ήταν δυνατό να ενισχυθεί η δραστικότητά τους μέσα από μια διαδικασία «δυναμοποίησής» τους, κατά την οποία οι ουσίες σταδιακά αραιώνονταν, ενώ το διάλυμα αναταρασσόταν μετά από κάθε αραίωση. Ο Χάνεμαν στράφηκε στη μείωση των δόσεων προκειμένου να αποφευχθούν ανεπιθύμητες επενέργειές τους μέσω της μείωσης της τοξικότητάς τους. Αρχικά δεν υποστήριζε πως ενισχυόταν η δράση των ουσιών, αντιθέτως πίστευε πως εξασθενούσε, λιγότερο ωστόσο από το αναμενόμενο. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίστηκε πως οι ασθενείς οργανισμοί χαρακτηρίζονταν από μία ανώμαλη ευαισθησία στα φάρμακα, ώστε να χρειάζονται μικρότερες δόσεις. H ιδέα της δυναμοποίησης προτάθηκε περίπου το 1825 και καθώς φαίνεται υπήρξε άρηκτα συνδεδεμένη με το διαδεδομένο δόγμα του βιταλισμού (ή της «ζωτικής δύναμης»), της πεποίθησης δηλαδή πως οι λειτουργίες ενός ζωντανού οργανισμού καθορίζονται από μία μη φυσική εσωτερική δύναμη. Ήδη από την εποχή της έκδοσης του Οργάνου, ο Χάνεμαν ασπαζόταν την πεποίθηση πως οι ασθένειες οφείλονταν σε «διαταραχές της άυλης δύναμης (η ζωτική αρχή) που προσδίδει ζωή στο ανθρώπινο σώμα» και πως για την ομοιοπαθητική, η θεραπεία είναι αποτέλεσμα της αντίδρασης της ζωτικής δύναμης στο κατάλληλα επιλεγμένο φάρμακο. Ισχυρίστηκε πως η «δυναμοποίηση» μπορούσε να απελευθερώσει ένας είδος ενέργειας, που ο ίδιος θεωρούσε άυλη και πνευματική και τελικά ερμηνεύτηκε ως εκείνο το χαρακτηριστικό που διαχωρίζει τα ομοιοπαθητικά φάρμακα από συνήθη διαλύματα.

Την περίοδο του θανάτου του Χάνεμαν, η ομοιοπαθητική είχε ήδη γνωρίσει σημαντική διάδοση, τόσο στη Γερμανία και στη Γαλλία, όπου εφαρμόστηκε από τον ίδιο, όσο και σε χώρες όπως η Αγγλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Ρωσία. Από νωρίς διαδόθηκε επίσης στην Αμερική, όπου για πρώτη φορά παρουσιάστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες από τον Δανό γιατρό Χανς Γκραμ το 1825, γνωρίζοντας γρήγορη εξάπλωση. Από τα τέλη του 19ου αιώνα η ομοιοπαθητική περιθωριοποιήθηκε, κυρίως εξαιτίας των σημαντικών ανακαλύψεων που σημειώνονταν στον τομέα της ιατρικής και ειδικότερα σε σχέση με το ρόλο των μικροβίων, ωστόσο η εφαρμογή της διαδόθηκε εκ νέου από τα μέσα του αιώνα. Από την εποχή του Χάνεμαν, η ομοιοπαθητική υπέστη ελάχιστες τροποποιήσεις στην πορεία του χρόνου. Σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση της είχε επίσης ο Αμερικανός γιατρός Τζέιμς Τάιλερ Κεντ (1849-1916), γνωστός για τα τρία σημαντικότερα συγγράμματά του, Διαλέξεις πάνω στη φιλοσοφία της Ομοιοπαθητικής, Διαλέξεις για την Ομοιοπαθητική Φαρμακολογία (Materia Medica) και Συμπτωματολόγιο της Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας (Repertory of the Homeopathic Materia Medica).

Αρχές της ομοιοπαθητικής

Η ομοιοπαθητική, ως σύστημα υγείας, βασίζεται στην υπόθεση πως η θεραπεία μιας ασθένειας μπορεί να επιτευχθεί με χρήση φαρμακευτικών ουσιών που είναι ικανές να προκαλέσουν τα συμπτώματα της ασθένειας, όταν χορηγηθούν σε έναν υγιή οργανισμό. Η αρχή αυτή ονομάζεται «νόμος των ομοίων» ή «κανόνας των ομοίων» και κατά τους ομοιοπαθητικούς γιατρούς επαληθεύεται εμπειρικά. Η σύνδεση ενός φαρμάκου με ένα ευρύ φάσμα συμπτωμάτων, επιτυγχάνεται μέσα από μία διαδικασία «απόδειξής» του (ή «επαλήθευσης», αγγλ. proving), που συνίσταται στη χορήγησή του σε υγιείς οργανισμούς, καταγράφοντας εμπειρικά όλα τα συμπτώματά που επιφέρει. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τον κανόνα των ομοίων, εφόσον ο καφές έχει επαληθευτεί πως προκαλεί συμπτώματα αϋπνίας, μπορεί υπό προϋποθέσεις να χορηγηθεί για τη θεραπεία προβλημάτων αϋπνίας. Μία απόδειξη θεωρείται πλήρης όταν οι ουσίες έχουν το εν λόγω αποτέλεσμα χορηγούμενες σε ολόκληρο το φάσμα των δόσεων (τόσο τοξικές όσο και απειροελάχιστες), ενώ κρίνεται αναγκαία η καταγραφή όλων των παρατηρούμενων συμπτωμάτων, σε πνευματικό, ψυχικό και φυσικό επίπεδο, συνεπώς για την ομοιοπαθητική η κλασική τοξικολογία δεν είναι πλήρης. Εφαρμόζεται αποκλειστικά σε υγιείς οργανισμούς, προκειμένου να μην συνδυαστούν συμπτώματα μίας ασθένειας με την επενέργεια του φαρμάκου. Με αυτό τον τρόπο, πιστεύεται ότι εξασφαλίζεται η γνώση της δράσης κάθε ουσίας στη συνολική υγεία του οργανισμού.

Δεύτερη βασική και αμφιλεγόμενη αρχή της ομοιοπαθητικής είναι η υπόθεση πως μία ουσία μπορεί να έχει ισχυρά θεραπευτικά αποτελέσματα όταν αραιωθεί σταδιακά σε απειροελάχιστες δόσεις και εφόσον μεταξύ κάθε αραίωσης το διάλυμα αναταράσσεται βίαια, διαδικασία που στην ομοιοπαθητική ορολογία απαντάται ως «δυναμοποίηση» (potentization ή dynamization). Ο Χάνεμαν επιχείρησε να την εξηγήσει, συγκρίνοντάς τη με την παραγωγή θερμότητας ή τη μαγνήτιση υλικών μέσω της τριβής, διαδικασίες που δεν ήταν τότε πλήρως κατανοητές. Οι υποστηρικτές της ομοιοπαθητικής πρεσβεύουν πως όσο μεγαλύτερη είναι η δυναμοποίηση, δηλαδή η αραίωση συνοδευόμενη από τη βίαιη ανατάραξη του διαλύματος, τόσο αυξάνει η θεραπευτική δύναμη της διαλυμένης ουσίας. H επιλογή του ποσοστού αραίωσης δεν ακολουθεί κάποιον αυστηρό κανόνα και η εμπειρία ή η παρατήρηση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο.

Σύμφωνα με ένα τρίτο αξίωμα της ομοιοπαθητικής, οι θεραπείες είναι αποτελεσματικότερες όταν επιλέγονται με βάση τα συνολικά χαρακτηριστικά συμπτώματα και όχι αποκλειστικά εκείνα της ασθένειας. Αυτή η ολιστική και συγχρόνως εξατομικευμένη αντιμετώπιση συνεπάγεται πως ακόμα και αν σε δύο ασθενείς γίνεται η ίδια διάγνωση, ενδέχεται να χορηγηθεί διαφορετικό ομοιοπαθητικό φάρμακο που θα ανταποκρίνεται στα ιδιαίτερα διανοητικά, ψυχικά και σωματικά συμπτώματα του κάθε οργανισμού. Ουσιώδες σημείο της ομοιοπαθητικής είναι η πεποίθηση πως η θεραπευτική αγωγή οφείλει να αποσκοπεί στην ίαση του ατόμου μάλλον παρά της νόσου, δηλαδή δεν αναγνωρίζονται ασθένειες αλλά ασθενείς οργανισμοί.

Κριτική και επιστημονική έρευνα

H κριτική της κλασικής ιατρικής απέναντι στην ομοιοπαθητική υπήρξε σταθερή και σκληρή. Εστιάζει εν γένει στο γεγονός πως καμία από τις βασικές αρχές της δεν αποτελεί έναν αυστηρό επιστημονικό νόμο, ικανό να ελεγχθεί στα πλαίσια της επιστημονικής μεθοδολογίας που υπακούουν η κλασική ιατρική και άλλες επιστήμες ή στην απουσία ενός καλά ορισμένου μηχανισμού που να εξηγεί τη θεραπευτική δύναμη που της αναγνωρίζουν οι υποστηρικτές της. Επιπλέον, οι αρχές της δεν εμφανίζουν λογική συνάφεια μεταξύ τους. Για αυτούς τους λόγους, η ομοιοπαθητική χαρακτηρίζεται ενίοτε ως ψευδοεπιστήμη ή «παθολογική επιστήμη». Ο νόμος των ομοίων αποτελεί μία υπόθεση της ομοιοπαθητικής, κατά μία άποψη ανακόλουθη, η οποία σύμφωνα με τους υποστηρικτές της μπορεί να επαληθευτεί εμπειρικά. Εγγενής αδυναμία της ομοιοπαθητικής θεωρείται εν γένει η αοριστία των προβλέψεών της. Η εξατομίκευσή της δεν επιτρέπει πάντα την ίδια αντιμετώπιση μίας ασθένειας αγνοώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε οργανισμού, γεγονός που συνεπάγεται ένα βαθμό υποκειμενικότητας εκείνου που εφαρμόζει την ομοιοπαθητική θεραπεία. Για τον ίδιο λόγο εκφράζεται αμφισβήτηση ως προς την αξιοπιστία των κλινικών δοκιμών της ομοιοπαθητικής, καθώς η δοκιμή ενός συγκεκριμένου ομοιοπαθητικού φαρμάκου για μία δεδομένη ασθένεια δε συμβαδίζει με την εξατομίκευση της ομοιοπαθητικής πρακτικής. Αμφισβήτηση έχει εκφραστεί όχι μόνο σε ό,τι αφορά το θεωρητικό περιεχόμενο και τις αρχές της ομοιοπαθητικής, αλλά και στα αποτελέσματά της, τα οποία ερμηνεύονται στα πλαίσια της τυπικής επενέργειας των εικονικών φαρμάκων (φαινόμενο placebo). Κριτική ασκείται επίσης στο γεγονός πως η ομοιοπαθητική εστιάζει μάλλον στα συμπτώματα μίας ασθένειας παρά στις βαθύτερες αιτίες της.

Συνολικά, η έρευνα για την αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής εκτείνεται σε τρεις διακριτούς τομείς: σύγκριση μεταξύ ομοιοπαθητικών και εικονικών φαρμάκων, μελέτες για την αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής με συγκεκριμένες κλινικές δοκιμές και μελέτες για τη διερεύνηση βιολογικών αποτελεσμάτων ουσιών σε εξαιρετικά υψηλές αραιώσεις.

Δυναμοποίηση και ομοιοπαθητικά φάρμακα

Οι υψηλές αραιώσεις των ομοιοπαθητικών φαρμάκων, πάνω από το όριο που θέτει ο αριθμός του Αβογκάντρο, αποτελούν κεντρικό σημείο στο οποίο εστιάζει η κριτική απέναντι στην ομοιοπαθητική, καθώς σε πολύ υψηλές αραιώσεις, όπως αυτές που εφαρμόζονται σε πολλά ομοιοπαθητικά φάρμακα, δεν αναμένεται να υπάρχουν μόρια της αρχικής δραστικής ουσίας. Ήδη από το 1846, ο γιατρός Σερ Τζον Φορμπς διατύπωσε τη θέση πως οι απειροελάχιστες δόσεις της ομοιοπαθητικής θεραπείας — τις οποίες ο ίδιος χαρακτήριζε «παράλογες» — είναι αδύνατο να έχουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα στην αντιμετώπιση μιας ασθένειας, ενώ υπήρξε επίσης από τους πρώτους που υπέδειξε το ενδεχόμενο η δράση της ομοιοπαθητικής να μην διαφέρει από εκείνη που προέρχεται από την απουσία οποιασδήποτε θεραπευτικής αγωγής. Κατά την ομοιοπαθητική δεν υπάρχει όριο στη δυναμοποίηση ενός φαρμάκου, συνεπώς η δραστικότητά του μπορεί να αυξηθεί απεριόριστα παρά την απουσία μορίων της αρχικής διαλυμένης ουσίας. Η υπόθεση αυτή παραβιάζει τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε σήμερα τις επιστήμες της φυσικής και της χημείας. Εφόσον τα ομοιοπαθητικά φάρμακα πολύ υψηλών αραιώσεων δεν περιέχουν οποιαδήποτε ποσότητα της αρχικής δραστικής ουσίας, θεωρείται αδύνατο να διαθέτουν οποιαδήποτε θεραπευτική ιδιότητα, αποδίδοντας κατ' επέκταση οποιαδήποτε επενέργεια τους σε γνωστά φαινόμενα, όπως η αυθυποβολή (φαινόμενο placebo), ή σε φυσιολογικές διεργασίες όπως η αυτόματη ύφεση των συμπτωμάτων μετά την πάροδο ενός χρονικού διαστήματος (παλινδρόμηση). Σύμφωνα με την Αμερικανική Ιατρική Ένωση, η αποτελεσματικότητα των περισσότερων ομοιοπαθητικών φαρμάκων δεν έχει αποδειχθεί, ενώ φαίνεται πως δεν έχουν βλαπτική επενέργεια, πιθανώς εξαιτίας των απειροελάχιστων δόσεων.

Η υπόθεση πως η απειροελάχιστη δόση μίας ουσίας είναι σε θέση να διατηρεί τη δραστικότητά της χαρακτηρίζεται επίσης παράδοξη, καθώς αν αληθεύει, το υπάρχον νερό της Γης που έχει έρθει σε επαφή με άλλες ουσίες, λειτουργεί υποχρεωτικά ως ομοιοπαθητικό φάρμακο. Κατά την ομοιοπαθητική ωστόσο, τα ομοιοπαθητικά διαλύματα χάνουν πλήρως τη δραστικότητά τους (αντιδότηση) όταν έρθουν σε άμεση επαφή με τον ήλιο ή βρεθούν σε υψηλή θερμοκρασία (>100-120oF) και πιθανώς σε επαφή με ορισμένες αρωματικές ουσίες, υπόθεση που θεωρείται ότι επαληθεύεται εμπειρικά χωρίς όμως να εξηγείται με ποιό τρόπο υλοποιείται. Οι υποστηρικτές της ομοιοπαθητικής αντικρούουν συνολικά το παράδοξο των απειροελάχιστων δόσεων, καθώς πιστεύουν πως τα ομοιοπαθητικά φάρμακα διαφέρουν ως προς ένα κοινό αραιωμένο διάλυμα, οποιασδήποτε συγκέντρωσης, εξαιτίας της «δυναμοποίησης» που υφίστανται. Ισχυρίζονται πως μέσω της διαδικασίας των αραιώσεων και αναταράξεων του διαλύματος, η δραστικότητα της ουσίας διατηρείται ακόμα όταν δεν υπάρχουν μόρια της ουσίας στο διάλυμα. Δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη ενός μηχανισμού που να εξηγεί ικανοποιητικά την υπόθεση αυτή. Η υπεράσπισή της συνίσταται κυρίως στην ιδέα πως υφίσταται ένα αφηρημένο είδος «μνήμης του νερού», ώστε με κάποιον άγνωστο τρόπο η αρχική ουσία «εντυπώνεται» στο νερό κατά τη δυναμοποίηση. Για περισσότερο από εκατό χρόνια, ερευνητές της ομοιοπαθητικής έχουν επιχειρήσει να εξηγήσουν επιστημονικά την υπόθεση αυτή, χωρίς επιτυχία. Αξιοσημείωτη εργασία υπήρξε αυτή του Γάλλου νοσολόγου Ζακ Μπενβενίστ, ο οποίος μελέτησε πειραματικά τη συμπεριφορά ενός τύπου λευκοκυττάρου (βασεόφιλο) στην επίδραση ενός συγκεκριμένου αντισώματος σε διαφορετικές συγκεντρώσεις. H έρευνα της ομάδας του Μπενβενίστ κατέληγε στο συμπέρασμα πως εφόσον το διάλυμα είχε υποστεί δυναμοποίηση, εξακολουθούσε να δρα ακόμα και σε εξαιρετικά μεγάλες αραιώσεις στις οποίες δεν αναμένεται να περιέχεται κανένα μόριο αντισώματος. Δημοσιεύτηκε τo 1988 στο περιοδικό Nature, υπό τον όρο πως μία εξειδικευμένη ομάδα θα επαναλάμβανε τα αποτελέσματα και συνοδευόμενη από σημείωμα του εκδότη, στο οποίο εκφραζόταν δυσπιστία απέναντι στα συμπεράσματα της μελέτης. Μετά από ανεξάρτητο έλεγχο της μεθοδολογίας που ακολουθήθηκε και μία αποτυχημένη επανάληψη των αποτελεσμάτων του πειράματος, διαπιστώθηκε πως «δεν υπάρχει καμία υπόσταση στον ισχυρισμό πως η ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE) σε υψηλή αραίωση (σε επίπεδα έως 10120) διατηρεί τη βιολογική επίδρασή της» και πως «η υπόθεση ότι το νερό μπορεί να χαραχθεί με τη μνήμη παρελθουσών διαλυμένων ουσιών είναι τόσο περιττή όσο και ευφάνταστη». Τα επόμενα χρόνια, αρκετές ανεξάρτητες μελέτες προσπάθησαν να αναπαράγουν τα αποτελέσματα της ομάδας του Μπενβενίστ χωρίς επιτυχία, ενώ δύο έρευνες ανακοίνωσαν αποτελέσματα που χαρακτηρίζονται συμβατά με την υπόθεση περί «μνήμης» του νερού, ωστόσο το ζήτημα παραμένει εξαιρετικά αμφιλεγόμενο.

Ασφάλεια

Ως σκευάσματα, τα ομοιοπαθητικά φάρμακα θεωρούνται εν γένει ασφαλή στη χρήση τους, λόγω της εξαιρετικά υψηλής αραίωσής τους. Συστηματική επισκόπηση πιθανών παρενεργειών τους κατέληξε στο συμπέρασμα πως η χορήγησή τους από εξειδικευμένους γιατρούς είναι «πιθανότατα ασφαλής και μάλλον απίθανο να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες». Ωστόσο, επικριτές της ομοιοπαθητικής, εγείρουν ευρύτερες ενστάσεις ως προς την ασφάλειά της, θεωρώντας πως είναι αναποτελεσματική έναντι των μεθόδων της σύγχρονης κλασικής ιατρικής με αποτέλεσμα να αναβάλλει τη δραστική θεραπεία μίας ασθένειας με κλασικές ιατρικές μεθόδους, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του ισχυρισμού ορισμένων ομοιοπαθητικών γιατρών πως η ομοιοπαθητική έχει αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της ελονοσίας, γεγονός που είχε επιπτώσεις στην υγεία ασθενών. Αρνητικά έχει σχολιαστεί επίσης η στάση των ομοιοπαθητικών γιατρών κατά της κλασικής ανοσοποίησης και υπέρ της χρήσης των αποκαλούμενων «ομοιοπαθητικών εμβολίων»  των οποίων όμως η αποτελεσματικότητα δεν έχει αποδειχτεί.